• Οι επιστολές Θάνου σε Γιούνκερ και Βεστάγκερ και η ετεροχρονισμένη απάντηση της Ευρωπαίας Επιτρόπου

    10:08 πμ, Δευτέρα 19 Αυγ 2019 10:08 πμ, Δευτέρα 19 Αυγ 2019

    Δυο επιστολές, λίγες μέρες πριν την ψήφιση της διάταξης με την οποία η ίδια και τρία μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού εκπίπτουν του αξιώματός τους, έστειλε η πρώην πρόεδρος της Επιτροπής Βασιλική Θάνου, στον πρόεδρο της Κομισιόν Ζαν Κλωντ Γιούνκερ και την Επίτροπο Ανταγωνισμού Μαργκρέτ Βεστάγκερ.

    Το dikastiko.gr αποκαλύπτει το πλήρες περιεχόμενο των επιστολών, με τις οποίες ζητείται άμεση παράβαση των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων καθώς επισημαίνεται πως πρόκειται για φωτογραφική διάταξη η οποία προκαλεί «έμφραγμα» στην Επιτροπή Ανταγωνισμού και ουσιαστικά, όπως ισχυρίζεται η κα Θάνου, οδηγεί στις καλένδες σοβαρές υποθέσεις, όπως το καρτέλ κατασκευαστικών εταιριών, στην υπόθεση του πρακτορείου διανομής Τύπου κλπ.

    Όμως η μέχρι τώρα αντίδραση της ΕΕ είναι τουλάχιστον υποτονική καθώς σύμφωνα με πληροφορίες η Ευρωπαία Επίτροπος, απάντησε (αφού είχε ψηφιστεί η διάταξη) πως είναι σε επαφή με τις αντίστοιχες αρμόδιες υπηρεσίες για να διερευνήσουν τα γεγονότα, ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ισχυρά την ανεξαρτησία των Ανεξάρτητων Αρχών και ότι τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να ενσωματώσουν την οδηγία 1/2019 πριν από την 4η/2/2021 (περί μη πρόωρης λήξης της θητείας μελών ανεξάρτητων αρχών).

    Πρόκειται δηλαδή για μια ουδέτερη απάντηση της αρμόδιας επιτρόπου η οποία δεν δημιουργεί – προφανώς- προβληματισμό στην σημερινή κυβέρνηση. Στο ΣτΕ Ηδη βέβαια η κα Θάνου έχει προσφύγει δια του καθηγητή Λαζαράτου στο Συμβούλιο Επικρατείας με αίτηση ακυρώσεως κατά της Υπουργικής Απόφασης και αίτηση αναστολής αυτής, αναφερόμενη σε «καταφανή παραβίαση των κανόνων του Ενωσιακου Δικαίου και του Συντάγματος. Πρόκειται για μείζον θεσμικό ζήτημα ,που επέφερε ως αποτέλεσμα τη διακοπή της λειτουργίας της Ανεξάρτητης Αρχής Ανταγωνισμού , προς όφελος μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και προς βλάβη του υγιούς ανταγωνισμού, της αγοράς και των καταναλωτών».

    Οι επιστολές

    Οι δυο επιστολές είναι γραμμένες με οξύ ύφος και γνωστοποιούν στους κοινοτικούς αξιωματούχους ότι «οι προαναφερθέντες κανόνες του Ενωσιακού Δικαίου και οι αποφάσεις του ΔΕΕ πρέπει να εφαρμόζονται από την Εκτελεστική και τη Νομοθετική Εξουσία του κάθε κράτους μέλους, διότι, διαφορετικά η κάθε Κυβέρνηση θα μπορούσε, κατά τρόπο βίαιο και αυθαίρετο, με μία αιφνιδιαστική διάταξη νόμου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, να κηρύσσει έκπτωτα από τη θέση τους, τα πρόσωπα εκείνα, που για κάποιο λόγο δεν είναι σε αυτήν αρεστά, και να διορίζει νέα πρόσωπα, της αρεσκείας της, τα οποία, πιθανόν η επόμενη Κυβέρνηση, να απολύσει και ου τω καθεξής. Είναι κατανοητό ότι έτσι καταλύεται το εχέγγυο της ανεξαρτησίας και της αποτελεσματικότητας της εθνικής Αρχής Ανταγωνισμού… Η τυχόν εφαρμογή της επίμαχης διάταξης δημιουργεί πολύ σοβαρό πρόβλημα στην ομαλή λειτουργία της Επιτροπής Ανταγωνισμού, καθώς και μεγάλη καθυστέρηση στην εξέλιξη των υποθέσεων ή και σε παραγραφή ορισμένων εξ αυτών, με περαιτέρω συνέπεια την παρεμπόδιση του ελέγχου του ανταγωνισμού σε ευαίσθητους τομείς της αγοράς και το σοβαρό πλήγμα του κύρους και της αξιοπιστίας της ελληνικής Αρχής Ανταγωνισμού».

    Αναλυτικά οι δυο επιστολές αναφέρουν:

    Η επιστολή στην Βεστάγκερ (9/8/2019)

    «Προς: Την Επίτροπο Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κα. Μαργκρέτ Βεστάγκερ Αξιότιμη κυρία Επίτροπε, Σε συνέχεια των από 5 & 6/08/2019 επιστολών μου, και μετά την ψήφιση, χθες το απόγευμα, της επίμαχης διάταξης του άρθρου 101, επανέρχομαι, επί του ζητήματος αυτού, το οποίο τίθεται προς εσάς από την Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού, ως θεσμικό ζήτημα μείζονος σημασίας. Και τούτο διότι αφορά διάταξη νόμου, η οποία είναι προφανώς αντίθετη με το Ενωσιακό δίκαιο (Οδηγία 1/2019 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου) με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C-518/07, C-286/12), όπως γνωμοδότησε και η επιστημονική επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων, διότι προσδίδεται αναδρομικότητα στο ασυμβίβαστο, με συνέπεια την άμεση απόλυση των μελών της διοίκησης της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Ο αρμόδιος Υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων κατά την ομιλία του ενώπιον της Βουλής, επέμεινε στην ψήφιση της διάταξης, (παρά την αντίθετη έκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων, η οποία γνωμοδότησε ότι η διάταξη αυτή είναι αντίθετη προς την Οδηγία 1/2019, προς τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και προς το Σύνταγμα και παρά τις έντονες αντιρρήσεις όλων σχεδόν των κομμάτων της αντιπολίτευσης – 4 κομμάτων – τα οποία δεν ψήφισαν την εν λόγω διάταξη), με τη δικαιολογία ότι η Οδηγία 1/2019, η οποία προβλέπει ότι η εθνική νομοθεσία θα πρέπει να ορίζει εκ των προτέρων τους λόγους παύσης των μελών της Διοίκησης των εθνικών Αρχών Ανταγωνισμού, δεν έχει ακόμη ενσωματωθεί στο Ελληνικό Δίκαιο και επομένως (κατά την άποψη του Υπουργού) δεν δεσμεύει τον εθνικό νομοθέτη. Παρέκαμψε έτσι το Ενωσιακό Δίκαιο και τη Νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο έχει κρίνει ότι τα άρθρα 5, δεύτερο εδάφιο και 189 τρίτο εδάφιο της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και η Οδηγία (στην προκειμένη περίπτωση η 1/ 2019) επιβάλλουν στα Κράτη-Μέλη, προς τα οποία απευθύνεται η οδηγία αυτή να απέχουν, κατά την τη διάρκεια της προθεσμίας που τάσσει η οδηγία, για τη θέση της σε εφαρμογή, από την θέσπιση διατάξεων, ικανών να διακυβεύσουν σοβαρά την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή (βλ. C-14/2002 σκ.58 και C-129/96 σκ.45 & 50). Επίσης ο Υπουργός δήλωσε ρητά από το βήμα της Βουλής ότι, μόλις ο νόμος δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, θα μας κοινοποιήσει αμέσως την διαπιστωτική πράξη με αποτέλεσμα την άμεση παύση της θητείας μας. Η βιασύνη αυτή και μάλιστα μέσα στις θερινές διακοπές του Αυγούστου, δημιουργεί μεγάλα ερωτηματικά. Η τυχόν εφαρμογή της επίμαχης διάταξης δημιουργεί πολύ σοβαρό πρόβλημα στην ομαλή λειτουργία της Επιτροπής Ανταγωνισμού, καθώς και μεγάλη καθυστέρηση στην εξέλιξη των υποθέσεων ή και σε παραγραφή ορισμένων εξ αυτών, με περαιτέρω συνέπεια την παρεμπόδιση του ελέγχου του ανταγωνισμού σε ευαίσθητους τομείς της αγοράς και το σοβαρό πλήγμα του κύρους και της αξιοπιστίας της ελληνικής Αρχής Ανταγωνισμού. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της θητείας μας, έχει επιταχυνθεί η διαδικασία διερεύνησης και εκδίκασης των υποθέσεων και έτσι έχουν καταστεί ώριμες αρκετές υποθέσεις μεγάλου οικονομικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος για τις οποίες επίκειται άμεσα η ολοκλήρωση της διαδικασίας (καρτέλ κατασκευαστικών εταιρειών, για κατασκευή Σχολικού Συγκροτήματος, συμμόρφωση ή μη δεσμεύσεων γνωστής ναυτιλιακής εταιρείας, συγκέντρωση στον κλάδο τυχερών παιγνίων, στον κλάδο αυτοκινήτων, στον κλάδο καπνικών, στον κλάδο παραγωγής και εκτροφής ζώων, ολοκλήρωση του δεύτερου σταδίου των ασφαλιστικών μέτρων για τον κλάδο διανομής τύπου και για την αγορά παραγωγής βωξίτη, γνωμοδότηση για τη διανομή τύπου, γνωμοδότηση για τον αποκλεισμό ή μη από τους δημόσιους διαγωνισμούς των κατασκευαστικών εταιρειών που συμμετείχαν σε πρόγραμμα επιείκειας και διαδικασία διευθέτησης κ.λπ). Σε περίπτωση εφαρμογής της επίμαχης διάταξης η διαδικασία για όλες αυτές τις υποθέσεις θα ανασταλεί και θα επαναληφθούν οι συνεδριάσεις/διασκέψεις υπό τη νέα σύνθεση, όταν διορισθεί η νέα Διοίκηση, αφού προηγουμένως τα νέα μέλη ενημερωθούν για όλη την προηγούμενη διαδικασία και τους φακέλους των υποθέσεων αυτών, με αποτέλεσμα τη μεγάλη καθυστέρηση αυτών. Σημειωτέον ότι, κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα (άδηλης διάρκειας), η Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν δύναται να συνεδριάζει, λόγω μη ύπαρξης της νόμιμης απαρτίας…. Επίσης, αρκετός αριθμός υποθέσεων ευρίσκονται στα όρια παραγραφής, προς αποτροπή της οποίας η Πρόεδρος είχε αποστείλει, κατ’ επανάληψη, γραπτή υπόμνηση για επιτάχυνση της διαδικασίας διερεύνησης και σύνταξης εισήγησης, προς το προσωπικό της Γενικής Διεύθυνσης. Για πολλές εκ των υποθέσεων αυτών υπάρχει άμεσος κίνδυνος παραγραφής. Επισημαίνουμε και πάλι ότι όλα τα μέλη της Επιτροπής θεωρούμε ότι η αμφισβήτηση της αμεροληψίας και της ακεραιότητας μας, απλώς και μόνον επειδή, σε κάποιο χρονικό διάστημα κατά το παρελθόν, παρείχαμε τις επιστημονικές μας υπηρεσίες σε κυβερνητικά γραφεία, είναι ιδιαίτερα προσβλητική και δυσφημιστική για τα πρόσωπά μας και εκφράζουμε προς τούτου την έντονη ενόχλησή μας διότι από την έναρξη της θητείας μας εως και σήμερα, ουδέποτε με τη γενικότερη συμπεριφορά μας ή με τις αποφάσεις μας δώσαμε δικαίωμα ή επιτρέψαμε να δημιουργηθούν τέτοιες εντυπώσεις ή έστω υπόνοιες. Πληροφορούμεθα ότι η διαδικασία για την άμεση εφαρμογή της επίμαχης διάταξης προωθείται ταχύτατα από το Υπουργείο (παρότι ευρισκόμαστε στην περίοδο των θερινών διακοπών του Αυγούστου). Κατόπιν των ανωτέρω, ζητούμε την άμεση θεσμική παρέμβασή σας, όπως κατά τρόπο αποτελεσματικό επράξατε και στο παρελθόν σε παρόμοια περίπτωση προς αποφυγή της αναδρομικότητας για τη συμμόρφωση με το Ενωσιακό Δίκαιο, με την Οδηγία 1/2019 και με την Νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την προσθήκη διάταξης νόμου, η οποία θα προβλέπει ότι για τα ήδη υπηρετούντα, κατά την έναρξη της ισχύως της διάταξης του άρθρου 101, μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, δεν εφαρμόζεται η ρύθμιση του άρθρου αυτού, μέχρι την λήξη της θητείας τους.

    Με εκτίμηση

    Η Πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού Βασιλική Θάνου – Χριστοφίλου

    Επιτ. Πρόεδρος του Αρείου Πάγου»

    Η επιστολή στον Γιούνκερ (13/08/19)

    «Προς τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Ζαν – Κλωντ Γιούνκερ Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε, Γνωρίζοντας το ενδιαφέρον σας και την ευαισθησία σας, για τη δημοκρατία και τη νομιμότητα και για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των θεσμικών οργάνων, μεταξύ των οποίων και οι εθνικές Ανεξάρτητες Αρχές, η λειτουργία των οποίων άμεσα συνδέεται με την εφαρμογή του Ενωσιακού Δικαίου, θεωρώ ότι θα πρέπει να σας ενημερώσω για ένα θεσμικό ζήτημα μεγάλης σημασίας, το οποίο, τις τελευταίες ημέρες, απασχόλησε έντονα τη Βουλή των Ελλήνων και όλα τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Συγκεκριμένα, σε νομοσχέδιο, το οποίο κατατέθηκε όλως βιαστικά την 2-8-2019, συμπεριλήφθηκε προς ψήφιση διάταξη νόμου, με τη διαδικασία του επείγοντος, χωρίς να συντρέχει λόγος επείγοντος και χωρίς να ζητηθεί προηγουμένως η γνώμη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τα άρθρ. 14 παρ. 2 και 23 παρ. 2 του Ν. 3959/2011. Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται ασυμβίβαστο, για εκείνα από τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, τα οποία σε βάθος πέντε χρόνων πριν από το διορισμό τους είχαν απασχοληθεί σε γραφεία μελών της Κυβέρνησης και καταλαμβάνει και τα νυν υπηρετούντα μέλη, για τα οποία προβλέπει ότι εκπίπτουν αυτοδίκαια από τη θέση τους. Η διάταξη αυτή, η οποία προσδίδει αναδρομικότητα στο ασυμβίβαστο, με συνέπεια να καταλαμβάνει και τα νυν υπηρετούντα μέλη, είναι καταφανώς αντίθετη με το Ενωσιακό Δίκαιο και με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, στην Οδηγία 1/2019 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (σκέψη 17 και άρθρο 4 παρ. 3 και 4 αντίστοιχα), ορίζεται ότι, για τον σκοπό «της εξασφάλισης της λειτουργικής ανεξαρτησίας των Εθνικών Αρχών Ανταγωνισμού και της προστασίας τους, έναντι εξωτερικών παρεμβάσεων ή πολιτικών πιέσεων, η εθνική νομοθεσία θα πρέπει εκ των προτέρων να ορίζει τους λόγους παύσης των προσώπων που λαμβάνουν αποφάσεις από την Εθνική Ανεξάρτητη Αρχή και επίσης εκ των προτέρων να ορίζει σαφείς και διαφανείς κανόνες και διαδικασίες για την επιλογή, την πρόσληψη ή τον διορισμό τους. Επίσης, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε, σε ad hoc περίπτωση, ότι η εισαγωγή διάταξης νόμου που οδηγεί σε πρόωρη παύση της θητείας, χωρίς την πρόβλεψη μεταβατικής διάταξης που να εξασφαλίζει την ολοκλήρωση της θητείας των μελών των ανεξάρτητων αρχών αντίκειται ευθέως στο Ενωσιακό Δίκαιο (C-288/12, σκέψη 54-55 και 61). Εντούτοις, παρά τη σαφή αντίθεση της επίμαχης διάταξης με το Ενωσιακό Δίκαιο και με τη νομολογία του ΔΕΕ, αντίθεση την οποία επεσήμανε, στην έκθεσή της, την 7-8-2019 και η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων, ο αρμόδιος Υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων επέμεινε στην ψήφιση αυτής, παρά τις έντονες αντιρρήσεις σχεδόν όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης – τέσσερα κόμματα ψήφισαν κατά της διάταξης – υποστηρίζοντας ότι η Οδηγία 1/2019, δεν έχει ακόμη ενσωματωθεί στο Ελληνικό Δίκαιο (προθεσμία ως το 2021) και επομένως (κατά την άποψη του Υπουργού) δεν δεσμεύει τον εθνικό νομοθέτη. Με τον τρόπο αυτό, παραβιάζεται, επίσης, το Ενωσιακό Δίκαιο και η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης , το οποίο παγίως έχει κρίνει ότι κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μιας Οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, τα κράτη μέλη προς τα οποία απευθύνεται η οδηγία αυτή, οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να διακυβεύσουν σοβαρά το επιδιωκόμενο από την Οδηγία αυτή αποτέλεσμα (βλ. C-14/2002 σκέψη 58-59 και C-129/1996 σκέψη 45 και 50). Οι προαναφερθέντες κανόνες του Ενωσιακού Δικαίου και οι αποφάσεις του ΔΕΕ πρέπει να εφαρμόζονται από την Εκτελεστική και τη Νομοθετική Εξουσία του κάθε κράτους μέλους, διότι, διαφορετικά η κάθε Κυβέρνηση θα μπορούσε, κατά τρόπο βίαιο και αυθαίρετο, με μία αιφνιδιαστική διάταξη νόμου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, να κηρύσσει έκπτωτα από τη θέση τους, τα πρόσωπα εκείνα, που για κάποιο λόγο δεν είναι σε αυτήν αρεστά, και να διορίζει νέα πρόσωπα, της αρεσκείας της, τα οποία, πιθανόν η επόμενη Κυβέρνηση, να απολύσει και ου τω καθεξής. Είναι κατανοητό ότι έτσι καταλύεται το εχέγγυο της ανεξαρτησίας και της αποτελεσματικότητας της εθνικής Αρχής Ανταγωνισμού. Απευθυνθήκαμε προς την Επίτροπο Ανταγωνισμού Μαργκερέτε Βεστάγκερ και ζητήσαμε την άμεση παρέμβαση της, με σύσταση προς την Ελληνική Κυβέρνηση, για τη συμμόρφωση προς το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και συγκεκριμένα με την προσθήκη μεταβατικής διάταξης, η οποία θα προβλέπει ότι η νέα ρύθμιση δεν εφαρμόζεται για τα νυν υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού μέχρι τη λήξη της θητείας τους. Αυτό έχει συμβεί ήδη σε δύο όμοιες περιπτώσεις, κατά το έτος 2016. Η μία αφορούσε τον τότε Πρόεδρο της Ελληνικής Αρχής Ανταγωνισμού, τον οποίον κατέλαβε, κατά τη διάρκεια της θητείας του, το όριο των 73 ετών, που ορίσθηκε με διάταξη νόμου και προστέθηκε μεταβατική διάταξη, η οποία προέβλεπε ότι παραμένει στη θέση του, μέχρι τη λήξη της θητείας του (Ν. 4364/2016 άρθ. 282 παρ. 1β) και πράγματι παρέμεινε μέχρι το Δεκέμβριο 2018, οπότε και έληξε η θητεία του. Η δεύτερη περίπτωση αφορά τον τότε Αντιπρόεδρο της Επιτροπής Ανταγωνισμού, τον οποίον κατέλαβε το ασυμβίβαστο που προβλέφθηκε με την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 282 παρ. 1β Ν. 4364/2016, λόγω της ιδιότητάς του, ως συζύγου εν ενεργεία βουλευτή του ελληνικού Κοινοβουλίου. Μετά από αντιδράσεις, έκανε σύσταση η Επίτροπος Βεστάγκερ, προς τον αρμόδιο Υπουργό Οικονομίας & Ανάπτυξης (όπως αναφέρεται στην Έκθεση Αξιολόγησης ΟΟΣΑ του 2018 σελ. 100, υποσ. 178 της ελληνικής) ο οποίος ουδέποτε εξέδωσε τη διαπιστωτική πράξη, που προβλέπεται στην ίδια διάταξη ως απαραίτητη προϋπόθεση για να επανέλθει η έκπτωση από τη θέση του και έτσι ο Αντιπρόεδρος παρέμεινε μέχρι τη λήξη της θητείας του. Η τυχόν εφαρμογή της επίμαχης διάταξης δημιουργεί πολύ σοβαρό πρόβλημα στην ομαλή λειτουργία της Επιτροπής Ανταγωνισμού, καθώς και μεγάλη καθυστέρηση στην εξέλιξη των υποθέσεων ή και σε παραγραφή ορισμένων εξ αυτών, με περαιτέρω συνέπεια την παρεμπόδιση του ελέγχου του ανταγωνισμού σε ευαίσθητους τομείς της αγοράς και το σοβαρό πλήγμα του κύρους και της αξιοπιστίας της ελληνικής Αρχής Ανταγωνισμού. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της θητείας μας, έχει επιταχυνθεί η διαδικασία διερεύνησης και εκδίκασης των υποθέσεων και έτσι έχουν καταστεί ώριμες αρκετές υποθέσεις μεγάλου οικονομικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος για τις οποίες επίκειται άμεσα η ολοκλήρωση της διαδικασίας. Σε περίπτωση εφαρμογής της επίμαχης διάταξης η διαδικασία για όλες αυτές τις υποθέσεις θα ανασταλεί και θα επαναληφθούν οι συνεδριάσεις/διασκέψεις υπό τη νέα σύνθεση, όταν διορισθεί η νέα Διοίκηση, αφού προηγουμένως τα νέα μέλη ενημερωθούν για όλη την προηγούμενη διαδικασία και τους φακέλους των υποθέσεων αυτών, με αποτέλεσμα τη μεγάλη καθυστέρηση αυτών. Επίσης, αρκετός αριθμός υποθέσεων ευρίσκονται στα όρια παραγραφής, προς αποτροπή της οποίας η Πρόεδρος είχε αποστείλει, κατ’ επανάληψη, γραπτή υπόμνηση για επιτάχυνση της διαδικασίας διερεύνησης και σύνταξης εισήγησης, προς το προσωπικό της Γενικής Διεύθυνσης. Για πολλές εκ των υποθέσεων αυτών υπάρχει άμεσος κίνδυνος παραγραφής. Επισημαίνουμε και πάλι ότι όλα τα μέλη της Επιτροπής θεωρούμε ότι η αμφισβήτηση της αμεροληψίας και της ακεραιότητας μας, απλώς και μόνον επειδή, σε κάποιο χρονικό διάστημα κατά το παρελθόν, παρείχαμε τις επιστημονικές μας υπηρεσίες σε κυβερνητικά γραφεία, είναι ιδιαίτερα προσβλητική και δυσφημιστική για τα πρόσωπά μας και εκφράζουμε προς τούτου την έντονη ενόχλησή μας διότι από την έναρξη της θητείας μας έως και σήμερα, ουδέποτε με τη γενικότερη συμπεριφορά μας ή με τις αποφάσεις μας δώσαμε δικαίωμα ή επιτρέψαμε να δημιουργηθούν τέτοιες εντυπώσεις ή έστω υπόνοιες. Ευελπιστούμε και αναμένουμε την άμεση παρέμβασή σας καθώς και την παρέμβαση της Επιτρόπου Βεστάγκερ. Ασφαλώς, σεβόμαστε και κατανοούμε ότι όλοι ευρίσκονται στην περίοδο των θερινών διακοπών του Αυγούστου. Αλλά και εμείς παρακαλούμε να κατανοήσετε την κατεπείγουσα περίπτωση, δεδομένου ότι, ο νόμος δημοσιεύτηκε ήδη στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης και ο Υπουργός, κινούμενος με ταχύτατους ρυθμούς, που έχουν προκαλέσει αρνητικά σχόλια και ερωτήματα που εκφράζονται από πολλά μέσα ενημέρωσης, ανακοίνωσε εχθές (12.8.2019) ότι υπέγραψε τη διαπιστωτική πράξη, καθώς και ότι σε λίγες ημέρες θα διορίσει τα νέα πρόσωπα. Κατόπιν αυτού επέρχεται άμεσα η έκπτωση των μελών από τη θέση τους. Έτσι δημιουργείται τετελεσμένο γεγονός, το οποίο ανατρέπεται μόνο με αίτηση ακύρωσης του νόμου ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο θα εκδώσει την απόφασή του μετά από αρκετό διάστημα. Η περαιτέρω καθυστέρηση παρέμβασης από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αφήνει περιθώριο ενεργειών για την εφαρμογή μίας διάταξης νόμου, η οποία είναι καταφανώς αντίθετη με το Ενωσιακό Δίκαιο και η οποία έχει προκαλέσει και θα εξακολουθήσει να προκαλεί δυσλειτουργία στην ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ζητάμε και αναμένουμε την άμεση παρέμβασή σας.

    H Πρόεδρος Βασιλική Θάνου – Χριστοφίλου

    επιτ. Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου»

    Πηγή: dikastiko.gr

    σχολίασε κι εσύ
    σχετικά άρθρα